Όταν προσπαθούμε να βάλουμε όρια, συνήθως ακολουθούμε 2 τρόπους:

Ο 1ος είναι χειριστικά. Μπορεί να μη μας αρέσει να το ακούμε, ή να μην έχουμε επίγνωση ότι το κάνουμε, αλλά αν σκοπεύουμε να ελέγξουμε τη συμπεριφορά του άλλου μέσα από πρόκληση ενοχών, προκαλώντας του τον οίκτο ή αποσύροντας την τρυφερότητά μας, τότε χρησιμοποιούμε έναν χειριστικό τρόπο για να βάζουμε όρια. Για παράδειγμα μια μαμά λέει: “Κανείς δε με παίρνει τηλέφωνο, ούτε εσύ” (οίκτος, ενοχές), ή ένας σύζυγος λέει “Μια παντρεμένη γυναίκα δε βγαίνει μόνη της” (ενοχές).

Ο 2ος είναι ότι κινούμαστε πάνω στο δίπολο παθητικότητα- επιθετικότητα. Συνήθως αγνοούμε ή παραβλέπουμε την καταπάτηση ενός ορίου. Ή ευχόμαστε ότι θα αλλάξουν οι άλλοι μαγικά συμπεριφορά. Περιμένουμε, παραπονιόμαστε, ελπίζουμε, θυμώνουμε. Αλλά δεν αντιδρούμε αποφασιστικά. Βρισκόμαστε στο ένα άκρο του δίπολου: στην παθητικότητα. Μπορεί να μείνουμε επ’ αόριστον σε αυτό, ή πιο συχνά, κάνουμε μια έκρηξη ξαφνικά μια μέρα, και επιβάλλουμε το όριό μας με φωνές, επιθετικότητα και απειλές. Ή μπορεί να βρισκόμαστε συνέχεια στην επιθετικότητα, να είμαστε απότομοι, εχθρικοί και αμυντικοί, πριν ακόμα καταπατηθεί κάποιο όριο ή να το επιβάλλουμε εκβιαστικά.

2 λάθος τρόποι και 1 σωστός να βάζουμε όρια

Και οι δύο αυτοί τρόποι είναι μη λειτουργικοί μακροπρόθεσμα, αποτυγχάνουν να μας προστατέψουν και πλήττουν τη σχέση με τον άλλο άνθρωπο.

Ποιος είναι ο σωστός τρόπος λοιπόν. Πως μπορούμε όμως, να θέσουμε ένα όριο που θα σέβεται τόσο τον εαυτό μας, όσο και τον άλλο;

Βήμα 1ο:
Αναγνωρίζουμε ποιο όριο έχει καταπατηθεί. Αυτό πρέπει να έχει σχέση με μια συμπεριφορά του άλλου που μας πλήττει και όχι με το ποιος είναι ο άλλος ως άνθρωπος και ως προσωπικότητα. Δεν λέμε δηλαδή: “Θέλω να είσαι πιο υπεύθυνος στο σπίτι”, “Θέλω να αδυνατίσεις”, “Θέλω να αλλάξεις πολιτικές πεποιθήσεις”.

Βήμα 2ο:
Περιγράψτε (χωρίς χαρακτηρισμούς) τι κάνουν και σας πλήττει και πείτε ξεκάθαρα τι θέλετε. Για παράδειγμα; “Όταν έχω να κάνω τις δουλειές του σπιτιού κάθε μέρα, δεν έχω χρόνο για τον εαυτό μου και θέλω να αναλάβεις μέρος τους εσύ”. Ή “Όταν πηγαίνεις την κουβέντα σε πολιτικές συζητήσεις, προκαλείται ένταση και θέλω να σταματήσεις να μιλάς πολιτικά”.

Βήμα 2ο:
Ζητήστε να επαναλάβουν αυτό που είπατε ώστε να βεβαιωθείτε ότι το καταλάβανε. Αντισταθείτε στο να δικαιολογήσετε την ανάγκη σας περισσότερο ή να ζητήσετε συγγνώμη ή να εμπλακείτε σε μια συζήτηση που υπονοεί ότι το όριο που μόλις θέσατε, είναι πεδίο διαπραγμάτευσης.

Βήμα 4ο:
Προετοιμαστείτε για το ενδεχόμενο οι άλλοι να αποφασίσουν να δοκιμάσουν πόσο εννοείτε αυτό που είπατε. Ορίστε κάποιες συνέπειες, αν το όριο δεν γίνει στο μέλλον σεβαστό. Οι συνέπειες δεν μπορεί να είναι τιμωρίες ή απειλές. Πρέπει να έχουν σχέση με αυτό που έχει συμβεί και πρέπει να είστε σε θέση να τις ακολουθήσετε όταν αποφασίσετε να τις θέσετε. Για παράδειγμα πείτε, “Αν αρχίσεις πολιτική συζήτηση, εγώ θα φύγω από το τραπέζι”, ή “Αν δεν αναλάβεις μέρος των δουλειών του σπιτιού, θα προσλάβω βοήθεια”.

Τελευταίο και πιο σημαντικό:
Να έχετε υπόψη σας, ότι μπορεί να έρθετε αντιμέτωποι με δυσάρεστα συναισθήματα κατά τη διάρκεια αυτής της διαδικασίας. Μπορεί να νιώσετε ενοχές, δυσφορία, λύπη, να μετανιώσετε, ή να αναρωτιέστε τι γνώμη έχουν τώρα για σας. Επιτρέψτε σε αυτά τα συναισθήματα να υπάρχουν (και αναζητήστε τη βοήθεια κάποιου ειδικού, αν επιμένουν). Αλλά σε καμιά περίπτωση μην τα αφήσετε να σας ακινητοποιήσουν μπροστά στην ευθύνη να προστατέψετε τον εαυτό σας.

Να θυμάστε ότι, “βάζω” όρια, είναι ενεργητική φωνή. Σημαίνει ότι εσείς πρέπει να κάνετε κάτι, ώστε να τεθούν σε μια σχέση, αν καταπατώνται. Εσείς πρέπει να επαγρυπνήσετε, ώστε να τηρηθούν στη συνέχεια. Είναι η δική σας, ενήλικη υποχρέωση απέναντι στον εαυτό σας. Και η προϋπόθεση που θα σας επιτρέψει να χαρείτε τις σχέσεις και να αναπτυχθείτε μέσα από αυτές.

Ειρήνη Γεωργίου, Msc., Ψυχοθεραπεύτρια Gestalt. 

Instagram: free_your_mind_psychotherapy

Ακολουθήστε το TheNotebook στο Google News και μάθετε πρώτοι όλα τα νέα!
ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ ΝΕΑ

Best of Internet