Συνάντησα τη Μαρίνα και το Θανάση πριν λίγες μέρες στο κέντρο της Αθήνας. Η Μαρίνα είναι υπάλληλος σε εταιρεία και ο Θανάσης έχει μια δική του μικρή επιχείρηση ηλεκτρικών. Από νωρίς στο γάμο τους ανακάλυψαν πως δεν μπορούν να κάνουν παιδιά. Δεν το έβαλαν όμως κάτω και αποφάσισαν να ολοκληρώσουν την ευτυχία τους με μια υιοθεσία.

Τα παιδιά που περιμένουν να υιοθετηθούν στην Αφρική ανέρχονται στα 50.000.000 (5 φορές ο πληθυσμός της Ελλάδας), αριθμός που σε ποσοστό μεταφράζεται σε ένα τέταρτο του συνόλου των ορφανών στον πλανήτη. Το ενδιαφέρον για υιοθεσίες στην Ελλάδα παραμένει σταθερό. Ακόμα και μέσα στην πανδημία, οι αιτήσεις δεν μειώθηκαν αλλά παρόλα αυτά, οι διαδικασίες δυσκόλεψαν πολύ λόγω των μετακινήσεων.

Μια υπέροχη ιστορία υιοθεσίας. Δύο γονείς εξομολογούνται
Ποσοστά: Eurostat

Η διαδικασία υιοθεσίας μπορεί να διαρκέσει από ένα έως και τρία χρόνια και το κόστος περιλαμβάνει τα έξοδα των ταξιδιών στη χώρα προέλευσης του παιδιού για τη γνωριμία του με τους υποψήφιους γονείς πριν έρθει οριστικά στην Ελλάδα, τις ιατρικές εξετάσεις στις οποίες υποβάλλονται τα παιδιά και την αμοιβή δικηγόρου.

«Εμείς ξεκινήσαμε τις διαδικασίες το 2015. Ήμασταν σίγουροι ότι θέλουμε ένα παιδάκι».

Προσωπικά αναρωτιόμουν πώς είναι για ένα ζευγάρι να ακούει πως δεν θα μπορέσει να κάνει βιολογικό παιδί αλλά και να πάρει την απόφαση να ξεκινήσει διαδικασία υιοθεσίας. Η Μαρίνα μου εξήγησε: «Στην αρχή περνάς ένα σοκ και κατηγορείς τον εαυτό σου ότι είσαι ανίκανος και δεν μπορείς να δώσεις στον σύντροφό σου μια κανονική οικογένεια. Η ιδέα να υιοθετήσουμε δεν ήρθε από μένα, ο Θανάσης το πρότεινε. “Τόσα παιδιά περιμένουν κι εμείς έχουμε φτιάξει ένα καλό σπίτι” μου είπε. Και είχε δίκιο!».

Στη συνέχεια, ο Θανάσης συνέχισε λέγοντας πως για να ξεκινήσεις τη διαδικασία πρέπει να απευθυνθείς στη Διεθνή Κοινωνική Υπηρεσία:

«Δεν μας ένοιαζε από πού θα ήταν το παιδί. Αρκεί να αποκτούσαμε ένα. Προσωπικά, δεν με ένοιαζε ούτε αν θα ήταν κορίτσι ή αγόρι».

Περισσότερες από 300 αιτήσεις για υιοθεσίες παιδιών δέχονται κάθε χρόνο οι κρατικές υπηρεσίες στην Ελλάδα, όμως λόγω της δαιδαλώδους διαδικασίας, οι επίσημες υιοθεσίες μέσω κρατικών φορέων δεν ξεπερνούν τις 75 τον χρόνο.

Την ίδια στιγμή, περίπου 2.500 παιδιά φιλοξενούνται σε ιδρύματα σε ολόκληρη τη χώρα. Σύμφωνα με τα επίσημα στοιχεία, το 40% των αιτήσεων για υιοθεσία προέρχονται από γυναίκες μόνες. «Οι διαδικασίες εδώ είναι περίπλοκες και ενώ μπορεί να έχεις ολοκληρώσει όλες τις προβλεπόμενες διαδικασίες, τελικά να μην σου δώσουν το παιδί λόγω γραφειοκρατίας…. Οπότε συζητήσαμε με το Θανάση και αποφασίσαμε να απευθυνθούμε στη Διεθνή Κοινωνική Υπηρεσία». Τη ρώτησα για την καταγωγή του γιου τους, του Βασίλη και γιατί αποφάσισαν να του δώσουν αυτό το όνομα. Σε αυτή την ερώτησή μου απάντησε ο Θανάσης, ο οποίος δεν σταματούσε να μου δείχνει ζωγραφιές του γιου του που είχε κορνιζάρει στο μαγαζί του: «Ο Βασίλης είναι από την Ουγκάντα. Όταν ξεκινήσαμε τις διαδικασίες ήταν 2 χρονών. Είχαμε πολλά πηγαινέλα και πολλά χαρτιά να συμπληρώσουμε. Μέσα στις προϋποθέσεις για να σου δώσουν το παιδί, ήταν να μείνεις εκεί -στην Ουγκάντα λέμε τώρα- για ένα χρόνο! Το καταφέραμε με τρομερές δυσκολίες αλλά και με απίστευτη στήριξη από τις οικογένειές μας!»

Μια υπέροχη ιστορία υιοθεσίας. Δύο γονείς εξομολογούνται

Σε αυτό το σημείο διακόπτει η Μαρίνα να μου εξηγήσει το όνομα:

«Τον πατέρα του Θανάση τον λένε Βασίλη και θέλαμε να νιώσει πως είμαστε η οικογένειά του, πως έρχεται σπίτι του, πως έχει το όνομα του παππού του. Αυτό ήταν το σκεπτικό μας».

Δεν ήθελα να δώσω στη συνέντευξή μας έμφαση στις διαδικασίες αλλά στην καθημερινότητα της οικογένειας και στο πώς κατάφερε να εγκλιματιστεί το παιδί στη νέα του ζωή. «Φέραμε τον Βασίλη σπίτι όταν ήταν τεσσάρων. Είχε μάθει από εμάς κάποια ελληνικά. Κάποια στιγμή πηγαίνοντας προς το σπίτι, μου είπε ‘’μαμά κρυώνω’’! Εκείνη τη στιγμή δεν μπορούσα να συγκρατήσω τα δάκρυά μου!», είπε η Μαρίνα.

«Οι  πρώτες μέρες ήταν αναγνωριστικές», συμπληρώνει ο Θανάσης. «Ο μικρός δεν ήταν τόσο άνετος ακόμα ούτε με εμάς ούτε με το σπίτι. Έρχονταν και οι συγγενείς να τον δουν και γνώριζε συνέχεια καινούργιο κόσμο. Εγώ φοβόμουν μήπως δεν πετύχαινε το όλο θέμα – δεν ξέρω γιατί είχα αυτόν το φόβο… Αλλά, όταν τον έβλεπα να κοιμάται και μάζευα κανέναν παιχνίδι έλεγα στον εαυτό μου ‘’Θανάση έχεις γιο’’. Κι έτσι ήταν! Ήμουν ξαφνικά πατέρας, είχε τελειώσει. Ήμουν ο μπαμπάς του!».

Οι δύο γονείς μου  περιέγραψαν την καθημερινότητά τους, το πρωινό ξύπνημα του μικρού ο οποίος έχει εθιστεί στα δημητριακά με σοκολάτα, το σχολείο, τους φίλους… Μάλιστα, ο Θανάσης μου είπε πως μόλις ο μικρός έκανε την πρώτη του σκανδαλιά, αισθάνθηκε πολύ όμορφα γιατί ο Βασίλης ένιωθε άνετα στο σπίτι του, στον χώρο του, με τους γονείς του. Στην ερώτησή μου τί τους συγκίνησε περισσότερο στην αναγνωριστική αυτή περίοδο, μου απάντησε η Μαρίνα: «Τις πρώτες μέρες το άγχος μας ήταν τρομερό. Θα μας θέλει; Του αρέσει εδώ; Μας συμπαθεί; Μια μέρα, λοιπόν, βλέπαμε ταινία κι ο μικρός δεν μπορούσε να κοιμηθεί. Ήρθε στο σαλόνι και ζήτησε να κάτσει ανάμεσά μας. Εκεί εμένα μου έφυγαν όλα. Είχαμε γίνει γονείς και είχαμε παιδάκι».

«Έχω γεμίσει το μαγαζί με ζωγραφιές», συμπληρώνει ο Θανάσης. «Δεν θα σου πω ότι είναι εύκολο. Καμία σχέση. Είχαμε και τις δυσκολίες στη μεταξύ μας σχέση, είχαμε απίστευτο άγχος πώς θα αντιμετωπίζουν τα παιδιά στο σχολείο το Βασίλη, φοβόμασταν μη δεν του αρέσει και πολλά άλλα. Αλλά τώρα που έχουν περάσει χρόνια κι είμαστε πρώτη δημοτικού πλέον, όλα άξιζαν. Θα τα έκανα ξανά χωρίς να το σκεφτώ».

Το συμπέρασμα που έβγαλα από την πολύ συγκινητική κουβέντα μας ήταν ότι η αγάπη μας δίνει ώθηση και μας βοηθάει  να καταφέρουμε τα πάντα. Η Μαρίνα και ο Θανάσης είναι δυο υπέροχοι άνθρωποι που αποφάσισαν να χαρίσουν μια ζωή σε ένα παιδί που μόλις γεννήθηκε, ένοιωσε την εγκατάλειψη. Οι τρεις τους ζουν πλέον ευτυχισμένοι στο σπίτι τους στο Παγκράτι, πάνε βόλτες στο πάρκο ενώ οι «άντρες» τρώνε παγωτά το χειμώνα κρυφά από τη μαμά!

Διαβάστε επίσης: “H ημέρα που κακοποιήθηκα από το δάσκαλό μου”

Ακολουθήστε το TheNotebook στο Google News και μάθετε πρώτοι όλα τα νέα!